10/11/09

Μωυσής: 3ος Κύκλος με νέα άπαιχτα επεισόδια





Σύνδεση με τα προηγούμενα: χτύπησε το τηλέφωνο του Μωυσή και ακούστηκε η Φωνή άνωθεν.
-«Μωυσή!» είπε αυστηρά η φωνή.
-Ννναιιιι?
-Θέλω τώρα που θα πάτε στη Γη της επαγγελίας να έχετε ένα ολοκληρωμένο τρόπο διακυβέρνησης, οπότε ανέβα πάνω στο βουνό Σινά να σου δώκω κάτι εντολές.
-Καλά ρε παιδί μου δεν μπορεί να τις φέρει ένας courier εδώ κάτω? Αμάν πια! Έχω ξεπατωθεί στο περπάτημα κι έχω και μια ηλικία! Που να ανεβαίνω τώρα στο βουνό!
-«Ανέβα ρε συ! Θα περάσουμε καλά!» του είπε η φωνή γλυκά για να τον καλοπιάσει.
«Έχω και δορυφορική εδώ πάνω, θα δούμε το ματς.»
-Εμ αν είναι έτσι έρχομαι, πέταξε τη σκούφια του ο Μωυσής.
Πριν ανέβει έδωσε σαφείς εντολές να τον περιμένουν με νηστεία και προσευχή μέχρι αυτός να κατέβει από το βουνό. Άφησε στο πόδι του τον Ααρών και πήρε το δρόμο.
Όταν έφτασε επάνω ρώτησε το Μεγάλο τι ήταν αυτές οι Εντολές.
-Α μωρέ δεν είναι τίποτε, θα σου δώσω 10 εντολές να σου βρίσκονται για να τις πεις στα πλήθη.
-Συγγγνώμη, πππέραν ότι εγγγώ δεν μμμμπορώ να τις πππω, είμαι κκκαι γέρρρος άνθρωπας. Θα τις ξξξξξξξ….
-Ναι?
-Θα τις ξξξξξξ….
-έλα ξεκόλλα! είπε ανυπόμονα ο Μεγάλος
-Αυτό είναι εντελώς αντιπαιδαγωγικό που κάνεις! Φούντωσε ο Μωυσής. Δεν μπορείς να με πιέζεις! Τέλος πάντων! Θα τις ξξξξξξξεχάσω μέχρι να κατέβω.
-Ε τότε θα τις γράψουμε σε πλάκα για να τις θυμάσαι! απάντησε συμβιβαστικά ο Μεγάλος.
-Τι πλάκα?
-Καρύστου.
-Μα δεν είναι καλές από πλάκα Καρύστου θα σπάνε εύκολα!
-Εγώ έτσι τις θέλω! Παραδοσιακές!
Σαράντα μέρες έμεινε πάνω στο βουνό ο Μωυσής μέχρι να πάρει τις Δέκα εντολές σε πλάκα Καρύστου και να γυρίσει πίσω. Ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την παραγγελία αντιμετώπισε κάποια έκτακτα προβληματάκια (ο μπατζανάκης του χτύπησε το πόδι του, η πεθερά του έκανε μπάι πας –ναι καλά θα ήθελε- ο γιος του πέρναγε περιοδεύων) και όταν είδε ο Μεγάλος ότι με την προκαταβολή που του έχει δώσει η δουλειά θα τραβούσε επ’ άπειρο πήγε και του είπε γλυκά, γλυκά να μην ανησυχεί για την πεθερά του διότι θα ξεπεράσει σε χρόνια ζωής ακόμη και τον Μαθουσάλα, αν συνεχίσει να καθυστερεί. Αμέσως ο τεχνίτης απέκτησε μια αστραπιαία ταχύτητα στα χέρια και το σφυρί με το καλέμι δούλευαν σχεδόν μόνα τους. Είναι κρίμα που κανείς δεν μιλά για αυτό το θαύμα διότι είναι πολύ σημαντικό και διδακτικό.
Ζαλώθηκε λοιπόν τις πλάκες ο Μωυσής και ροβόλησε το βουνό.
Όταν κατέβηκε τι να δουν τα ματάκια του!
Η παλιοπαρέα είχε βαρεθεί να τον περιμένει, σου λένε αυτός θα τα κακάρωσε πάνω στο βουνό, οπότε ίσως είναι καλό να αρχίσουμε να πιστεύουμε σε κάτι άλλο, διότι με το Μεγάλο δεν είδαμε προκοπή. Αφού το καλοσκέφτηκαν αποφάσισαν να φτιάξουν ένα χρυσό βόδι (η λόρδα υπαγόρεψε τη συγκεκριμένη θεϊκή οντότητα) να το λατρεύουν μπας και δούνε λίγο κρεατάκι μπροστά τους.
Ο δε Ααρών, καλό κουμάσι, ήταν αυτός που έφτιαξε το βόδι. (μεταξύ μας ο τεχνίτης του Μεγάλου ήταν φοβερός απατεώνας: έκανε 40 ημέρες να φτιάξει δύο πλάκες, ενώ ο άλλος στο ίδιο διάστημα έκανε ολόκληρο βόδι!).
Τον Μωυσή τον έπιασε τέτοια τρεμούλα που του έπεσαν οι πλάκες κι έσπασαν.
Ε τότε ήταν που έγινε βαπόρι!
-Αφού το είπα ότι σπάνε οι πλάκες από πέτρα Καρύστου! Αλλά έτσι είμαστε! θέλουμε τα ρουστίκ και μετά χαλάνε! Όσο για εσάς! Ένα σας λέω: πάω ξανά επάνω. Αν γυρίσω και βρω έστω κι έναν να κοιτάει το κολοβόδι θα του φορέσω τις πλάκες κολάρο και θα γίνει κατευθείαν μνημείο πεσόντων προς τη γη της επαγγελίας!
Και βρίζοντας πήρε ξανά το δρόμο για το βουνό.
Φυσικά η όλη ιστορία πήρε άλλες σαράντα μέρες, μόνο που αυτή τη φορά δεν έφταιγε ο τεχνίτης. Ο Μωυσής είχε κατσικωθεί επάνω και δεν έλεγε να κατέβει.
Με τα πολλά χρησιμοποιώντας μεθόδους με ανάποδες σκούπες και χοντρά αλάτια ο Μεγάλος κατάφερε να τον ξαναστείλει κάτω.
Αυτή τη φορά το πλήθος ήταν τύπος και υπογραμμός. Τον καλωσόρισαν και περίμεναν με φοβερό ενδιαφέρον να ακούσουν τις Εντολές
-Καλώς τον! Καλώς τον!
-Μα τι ωραίες πλάκες είναι αυτές!
-Από Μάρμαρο! είπε περήφανος ο Μωυσής που πέρασε τελικά το δικό του.
-Και πόσο σου πάνε! Οι άλλες σε πάχαιναν παιδί μου! Ενώ αυτές!
-Βρίσκετε? Ρωτάει κι άλλος που λίγο ήθελε για να τον τουμπάρουν.
-Μη το συζητάς. Για πες πόσες εντολές θα μας πεις?
-Δέκα! Απάντησε κορδωμένος ο Μωυσής.
-Και την ενδεκάτη εντολή ποιος θα την πει? απόρησε ένας παρευρισκόμενος.
-Η Μούσχουρη! Σκασμός τώρα! Πήρε το λόγο ο Ααρών. Λοιπόν σας διαβάζω τις εντολές!
Ο Μωυσής για να μη μείνει εκτός του θεάματος πήρε θέση κι άρχισε να δείχνει σαν την Κρίστα στον Τροχό της τύχης τις πλάκες και να τις χαϊδεύει.

Πρώτον: Εγώ ειμί ο Κύριος ο Θεός σου, όστις εξήγαγόν σε εξ οίκου δουλείας, ουκ έσονταί σοι Θεοί έτεροι πλην εμού .
-Καλέ γιατί τις λέτε στα ξένα? Πως θα τις καταλάβουμε? Πετάχτηκε κάποιος από το πλήθος, που ήθελε καλά και σώνει να ξέρει τι λένε οι Εντολές.
-Καλά λοιπόν, θα σας τις μεταφράζω κιόλας! Αυτά να τα υπολογίσεις ως υπερωρία, γύρισε στον αδελφό του, ο Ααρών.
Η πρώτη εντολή λέει ότι:
-Εγώ είμαι ο Κύριος ο θεός σου, που σε πήρε από τη σκλαβιά και σε έχει στα μετάξια. Δεν υπάρχει άλλος στον κόσμο πιο μεγάλος!
-Μπορούμε να σχολιάζουμε?
-Μα τι λέτε βεβαίως! Έχουμε ξεκινήσει τη δημόσια διαβούλευση και αναρτήσαμε σχετική σελίδα στο Internet www.poreia.isr για να μπορεί ο κόσμος να στέλνει τα σχόλιά του. Ρε είσαστε με τα καλά σας? τα πήρε τώρα κι ο Ααρών και προχώρησε ακάθεκτος:
-Συνεχίζω! Δεύτερον: Μην φτιάξετε άλλα είδωλα, γιατί θα σας πάρει και θα σας σηκώσει.
-Λέει τέτοιο πράγμα? Πετάγεται ο Ιησούς του Ναυή (αυτός είναι δελφίνος και στη συνέχεια θα πάρει το δαχτυλίδι από τον Μωυσή).
-Ναι λέει και εσείς ΔΕΝ σχολιάζετε! Απαντά φουρκισμένος ο Ααρών που αντιπαθούσε θανάσιμα τον Ιησού του Ναυή.
«Τρίτον! Να μη χρησιμοποιείτε το όνομα του θεού για κάθε βλακεία που θέλετε. Δεν κάνουμε ρουσφέτια και μου έχετε πάρει τα αυτιά.»

-Καμία αντίρρησις? ρωτά γλυκά ο Ααρών και συνεχίζει αμέσως μπας και περάσει την επόμενη εντολή στη ζούλα:
-Κάθε Σάββατο έχετε ρεπό για να πηγαίνετε στην εκκλησία!
Πανζουρλισμός από κάτω. Τι ΓΣΕΕ, τι συνδικάτα, τι σωματεία! όλοι σύσσωμοι να διαμαρτύρονται για την κατάργηση του 5μερου.
Προκειμένου να τους ηρεμήσει ο Μωυσής, τους είπε ότι μπορεί να είναι τυπογραφικό λάθος. Θα το δουν και θα επανέλθουν.
-«Πέμπτον!» Έχει ιδρώσει ο Ααρών. «Να τιμάτε τους γονείς σας και να τους δίνετε ένα ποτήρι νερό στα γεράματα. Να μην τους στέλνετε σε γεροκομεία του κwλου και μην τον είδατε τον Παναή. Ακούς Θανάση?» (γυρνάει στο γιό του).
-Έκτον: Μη σκοτώνεστε μεταξύ σας. Είμαστε που είμαστε λίγοι, δεν θα μείνει ψυχή για να πάει στη Γη της επαγγελίας. (αυτή την εντολή δεν την εμπέδωσαν ποτέ μα ποτε!)
-Έβδομον! Μην κάνετε αλλαξοκωλιές. Το τραγούδι «Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά!» έχει γίνει ο εθνικός μας ύμνος!
-Πάνε και τα ωραία! σχολίασε ένας γεράκος 300 ετών μαγνητίζοντας βλέμματα θαυμασμού επάνω του.
-ΟΓΔΟΟΝ! ύψωσε φωνή ο Ααρών. Σταματήστε να κλέβετε. Επί τη ευκαιρία έτσι και πιάσω αυτόν που μου πήρε το ipod θα τον τσακίσω! Και θα τον στείλω και στο Μεγάλο για περαιτέρω μέτρα.
-Ένατον: Μη λέτε ψέματα ο ένας για τον άλλο, πείτε μόνο για τον εαυτό σας. Είναι απολύτως αποδεκτά τα ψέματα για βιογραφικά, προηγούμενη εμπειρία και εκπαίδευση. Επιτρέπονται επίσης χωρίς καμία εξαίρεση τα ψέματα που λένε οι άνδρες όταν επιθυμούν να ρίξουν γκόμενα στο κρεβάτι. Οι γυναίκες δεν μπορούν να πουν αντίστοιχα ψέματα διότι τότε θα είναι τσούλες και πεινασμένες γεροντοκόρες.
Εδώ δεν υπήρξε καμία απολύτως αντίδραση. Οι άνδρες χάρηκαν που έγινε και αναφαίρετο δικαίωμα τους το ψηστίρι by all means, ενώ οι γυναίκες (πιο διπλωμάτισσες) έκαναν τις αδιάφορες σκεπτόμενες «καλά θα σου δείξω εγώ, ποιος θα φλομώσει ποιον στο ψέμα».
-Και δέκατον: Μην επιθυμείς τη βιλίτσα και το σπορ αμαξάκι του γείτονα. Ας είχες τα γκόγκοφια να πάρεις και εσύ δικά σου! Η ιδιοκτησία είναι ένας θεσμός ξεπερασμένος! Χαρίστε τα όλα στην εκκλησία και θα δείτε προκοπή.
Αυτά είναι αγαπητοί μου τα θέματα! Ολοκλήρωσε ο Ααρών. «Αύριο γράφετε διαγώνισμα. Όσοι πάρουν κάτω από τη βάση θα κουβαλάνε τις πλάκες σε όλο το υπόλοιπο ταξίδι.»

Εννοείται ότι πήραν «ΆΡΙΣΤΑ Α» όλοι κι αναγκάστηκαν να ζαλωθούν τις πλάκες τα δύο αδέλφια. Καλά τώρα μην τους λυπάστε. Μόλις είδαν τα σκούρα έφτιαξαν μια ωραία επιτροπή από ιερείς, οι οποίοι και καλά ήταν εντεταλμένοι να προσέχουν το κουτί με τις πλάκες και έφαγαν το φέσωμα αυτοί. Φυσικά, κατά ένα περίεργο τρόπο οι πλάκες δεν κατάφεραν να σωθούν μέχρι σήμερα. Πιθανώς να βρίσκονται θαμμένες κάπου στην έρημο. Η παραφιλολογία για το ότι πήγαν ήρθαν από Ναούς, Φιλισταίους, μάχες κλπ. υπάρχει για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε και τον Indiana Jones με τη Χαμένη Κιβωτό (είδατε? και προτάσεις καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος από το blog μας).

Και για να μην σας αφήσουμε στα μισά του δρόμου: Η όλη πορεία κράτησε 40 χρόνια. Όταν ο Μωυσής πέθανε από το περπάτημα 120 ετών, ανέλαβε ο Ιησούς του Ναυή, ο οποίος ήταν μόνο 85.
Τέλος, επιμένω ότι είναι φοβερή αχαριστία να ξεσηκώνεις έναν άνθρωπο (τον Μωυσή επί τω προκειμένω) να τον βάζεις να ηγηθεί μιας ομάδας, να περπατά άπειρα χιλιόμετρα για 40 χρόνια για να του πεις έξω από τη Γη της επαγγελίας:
Που πας ρε Καραμήτρο?

3/11/09

Μωυσής: ξεκινά η μεγάλη πορεία.





Για άμεση σύνδεση με τα προηγούμενα: ΝΑ ΤΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ!

Πήρε λοιπόν την οικογένεια (=γυναίκα και 2 γιους) και μετά από κάποιες διαδρομές μάζεψε και τον αδερφό του τον Ααρών και πήγε επίσκεψη στου Φαραώ. Εντωμεταξύ, ο μπαμπάς Ραμσής είχε πεθάνει και είχε αναλάβει ο 13ος γιος του. Ο Μωυσής ζήτησε ακρόαση από το Φαραώ Μανέφθα και πήγε να του πει το ανέκδοτο με τους Ισραηλινούς.
Φυσικά πήγε μαζί με τον Ααρών κι άρχισε να του λέει ότι θέλει να πάρει το λαό του και να φύγουν από την Αίγυπτο διότι να! τα νοίκια ακρίβυναν, οι δουλειές δεν είναι καλές και τους έχουν κάνει δούλους εδώ πέρα.
Τα ακούει ο Μανέφθα και πέφτει κάτω από τα γέλια:
-Τι θα κάνετε λέει? Θα πάρετε τους δούλους και θα φύγετε? Χαχαχαχαχαχα! Μπα σε καλό σας μεσημεριάτικα! Με κάνατε και γέλασα!
-«Στο είπα ότι θα γελούσε», είπε φουρκισμένος ο Ααρών στον αδελφό του. «Τώρα τι θα του πούμε?»
-«Περίμενε,» απάντησε ο Μωυσής «να πάρω μια στιγμή τον Mεγάλο στο κινητό να μου πει».
Παίρνει τηλέφωνο ατάκα κι επιτόπου κι αρχίζει τα χμ χμ. Μετά βγάζει κι ένα μπλοκάκι κι αρχίζει να γράφει.
-«Λίστα για ψώνια φτιάχνεις?» τον ρωτά ο άλλος που καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα
-«Σκάσε! Θα τα ξεχάσω! Εεε όχι, όχι δεν το λέω σε εσάς! Ναι, ναι συνεχίστε», ξαναγυρνάει στο τηλέφωνο.
Ο Φαραώ τους κοιτούσε κι έκανε μεγάλο χάζι.
Τελειώνει το τηλεφώνημα, δίνει το χαρτί στον Ααρών, του οποίου πετάγονται τα μάτια έξω.
-«Τι λες ρε παιδί μου! Έτσι σου είπε?» ρωτά τον αδελφό του.
-«Αμέ? Τι νόμισες? Όχι παίζουμε!» λέει θριαμβευτικά ο Μωυσής.
-«Τι θα γίνει καλόπαιδα?» άρχισε να ανυπομονεί ο Φαραώ. «θα με παίξετε κι εμένα ή να την κάνετε σιγά, σιγά?»
-«Λοιπόν, αν δεν μας αφήσετε να φύγουμε θα γίνουν φοβερές καταστροφές εδώ πέρα!» ανακοινώνει επισήμως ο μεταφραστής.
-«Δηλαδή?» ρωτά ο Φαραώ.
-«Δηλαδή άκου και θαύμασε:
Πρώτον θα γίνουν τα νερά του Νείλου αίμα!»
-«Μπλιάξ!» έκανε με σιχασιά ο Φαραώ. «Δεν πειράζει όμως, γιατί έτσι θα μπορέσω να φτιάξω το CSI Kairo- Για πες, για πες κι άλλα.»
-Θα σας στείλουμε βατράχια, σκνίπες και αλογόμυγες.
-«Μα καλά αυτό δεν είναι λίγο χαζό?» ρώτησε ο Φαράω.
-«Μπαρδόν?» Κόλλησε ο Ααρών πάνω που πήγε να πάρει φόρα.
-«Μα αν στείλετε βατράχια και μύγες, θα φάνε τα βατράχια τις μύγες και θα ηρεμήσουμε.
-Και τα βατράχια τι θα τα κάνετε?
-Τηγανητά!
-«Μετά θα πέσει η γρίπη των ζώων», συνέχισε ακάθεκτος ο Ααρών.
-«Έχουμε κάνει εμβόλιο δεν μας νοιάζει», αντιγύρισε ο Φαραώ,
-Θα γεμίσετε σπυριά!
-Θα βάλω fenistil
-Θα πέσει χαλάζι!
-«Να πω να μαζέψουν τα ρούχα γιατί έχω απλωμένα έξω», προνόησε ο μονάρχης
-Θα πέσουν ακρίδες!
-«Φλιτ αγαπητέ μου! δεν το έχεις ακουστά?», χασμουρήθηκε ο Μανέφθα.
-Θα πέσει σκοτάδι!
-Θα ανάψουμε το φως!
-Και τέλος! Θα πεθάνουν όλοι οι πρωτότοκοι γιοί σας.
-Δε με νοιάζει! Εγώ είμαι ο 13ος!
Ο Ααρών απελπίστηκε: «Ρε συ», γύρισε στον αδελφό του, «αυτός δεν καταλαβαίνει Χριστό».
-«Τι σημαίνει αυτό?» ρώτησε ο πάντα φιλομαθής Μωυσής.
- Χριστός παιδί μου! Δεν ξέρεις το Χριστό? Α όχι, είναι στα επόμενα επεισόδια. Άσε θα σου εξηγήσω άλλη φορά. Λέγε τι να του πούμε τώρα?
-Πες του ότι θα μπλοκάρουν όλα τα κανάλια και θα παίζουν 24 ώρες το 24ωρο μόνο το πρόγραμμα από το Τηλε-Φως!
-«Μαμά μου! Αλήθεια?» έκανε έντρομος ο Ααρών.
-Όχι βρε! Αλλά θα πιάσει.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό έπιασε, αλλά επειδή οι διαπλεκόμενοι στα Media τα κρύβουν αυτά, έμειναν τελικώς οι Δέκα πληγές του Φαραώ ως ο βασικός λόγος που πείσθηκε ο Μανέφθα να αφήσει τους Ισραηλίτες να φύγουν.
Μάζεψαν λοιπόν τα μπογαλάκια τους οι Ισραηλίτες και ξεκίνησαν για τη Γη της Επαγγελίας. Το τι τους έταξε ο Μωυσής για να τους ξεσηκώσει δε λέγεται. Τι σπίτια, τι αμάξια, τι αναδασμό εκτάσεων! Τελικά πείσθηκαν. Μαζεύτηκαν ένα ωραιότατο τσούρμο και ξεκίνησαν χαρωπά να φύγουν.
Στο δρόμο όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι. Έβγαζαν φωτογραφίες την έρημο, τραγουδούσαν το «Άνοιξε πέτρα να διαβώ» (προφητικό, αλλά με θάλασσα), σταματούσαν κι έκαναν πικ νικ και περνούσαν φίνα.
Όμως ο Μανέφθα (σαν ψευδή Μανέστρα δεν είναι αυτό το όνομα?) τα είχε πάρει κράνος με τον εκβιασμό που του έκαναν και παρόλο που είχαν μείνει τρεις και ο κούκος στην Αίγυπτο από τους λιμούς, λοιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς αποφάσισε να κυνηγήσει τους Ισραηλίτες. Μαζεύει λοιπόν κι αυτός ένα τσούρμο και τους παίρνει στο κατόπι. Λίγο πριν την Ερυθρά Θάλασσα τους πρόλαβαν.

Οι Ισραηλίτες με το που είδαν το αλαλάζον πλήθος να τους πλησιάζει έπαθαν αμόκ. Αρχίζουν να ουρλιάζουν κι αυτοί πανικόβλητοι με αποτέλεσμα ο Μωυσής που είχε καλέσει ήδη στο κινητό τον Μεγάλο, να μην μπορεί να βγάλει άκρη για το τι του έλεγε.
Παρόλα αυτά, όταν κλείνει το τηλέφωνο αρπάζει τη γκλίτσα, την ανεμίζει σαν μαζορέτα πάνω από το κεφάλι του και ορμά προς τη θάλασσα, φωνάζοντας ταυτόχρονα και στους υπολοίπους να τον ακολουθήσουν.
Δέκα δευτερόλεπτα μετά κι ενώ ήδη το κύμα του βρέχει τα πόδια, διαπιστώνει ότι είναι μόνος του και όλοι τον κοιτούν από την ακτή.
-«Τι έγγγινε πάλι?» ρωτάει μες στην τσαντίλα.
-«Εεεεε είναι κρύο το νερό? Γιατί ο μικρός είχε βρογχικά και λέω να μην τον αφήσω να κάνει μπάνιο», πετάγεται μια μαμά.
-«Τσακιστείτε και μπείτε μέσα στο νερό ΤΩΡΑ!!!!» είπε φτύνοντας κι ουρλιάζοντας ο Μωυσής (πληροφορίες που τον θέλουν ιδιαίτερα ήρεμο και πράο, αγνοούν επιδεικτικά το συγκεκριμένο γεγονός). Από πίσω μας είναι οι Αιγύπτιοι που θα μας κόψουν τον κwλο και εσείς κοιτάτε τη θερμοκρασία του νερού?
Άλλωστε… (αλλάζει τελείως ύφος) σας έχω μια έκπληξη!
-«Έκπληξη! Τι έκπληξη?» ρωτά το πλήθος με μια φωνή.
-«Ελάτε και θα σας πω», απαντά μειλίχια ο Μωυσής (εντωμεταξύ λόγω υποκριτικής, ο τραυλισμός έχει πάει και πάλι περίπατο).
-«Μήπως είναι απάτη?» ακούγεται μια φωνούλα από το πλήθος.
-«Ναι ρε απάτη είναι!» Τα ξαναπαίρνει ο Μωυσής. «Αει σιχτίρ καθήστε εκεί να σας πετσοκόψουν, εγώ φεύγω.»
Κι εκείνη τη στιγμή χτυπά το ραβδί του κάτω και ωωωωπ! Τα νερά της θάλασσας ανοίγουν στη μέση.
-«ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!» Κάνει το έκπληκτο πλήθος.
-«Τσακιστείτε κι ελάτε εδώ!» διατάζει ευγενέστατα ο Μωυσής.
Όντως, λοιπόν, αγαπητό μου κοινό, αρχίζουν οι Ισραηλίτες να διασχίζουν πεζή (λείπει η υπογεγραμμένη) τη θάλασσα σα να βρίσκονται στο λιβάδι. Όπως περνούν ανάμεσα στα κύματα μαζεύουν και ψάρια, μύδια, γυαλιστερές, γαρίδες, γαλότσες και γενικά ότι χρειάζεται μια καλή μπουγιαμπέσα. Φτάνοντας στην άλλη άκρη γυρνούν να δουν που βρίσκονται οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι μόλις έχουν αρχίσει να πατάνε το βυθό της θάλασσας.
-«Δείτε τώρα κι αυτό!» Συνεχίζει ως γνήσιος showman ο Μωυσής. Και τακ τακ ξαναχτυπά τη γκλίτσα κάτω και φρρρρρρ τα νερά ξανακλείνουν!
-«Κι άλλο! Κι άλλο! Κι άλλο!» Αρχίζει να φωνάζει το πλήθος ενθουσιασμένο.
Οι δε Αιγύπτιοι από την απέναντι πλευρά έφαγαν τέτοια πούντα που πετάχτηκαν άρον, άρον έξω από το νερό.
Το γεγονός αναπτέρωσε το ηθικό των κατατρεγμένων, οι οποίοι πλέον με ανανεωμένη όρεξη τσάκισαν τη μπουγιαμπέσα που μαγείρεψαν στα παράλια και μετά σηκώθηκαν και πάλι ευπροσήγοροι να συνεχίσουν την πορεία τους.

Φυσικά επειδή τα καλά πάντοτε ξεχνιούνται γρήγορα, πολύ σύντομα άρχισε μια απίστευτη γκρίνια του τύπου: «Ωχού που πάμε τώρα», «Είναι μακριά ακόμη Μπαρμπα Στρουμφ?», «Πεινάω! Αχ! που είναι τα κρεμμύδια της Αιγύπτου! (αλήθεια παιδιά! αυτό δεν είναι δικό μου!)», «Θέλω τσίσα μου» και τέτοια γλαφυρά.
Το σημαντικότερο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν ήταν το θέμα του φαγητού, διότι η έρημος δεν φημίζεται για τα εστιατόριά της. Κάποια στιγμή ο Ααρών που είχε αρχίσει να μετράει τα παΐδια του από την πείνα, πάει και λέει στον αδερφό του.
-Τι θα γίνει ρε Μωυσή! Θα φάμε τίποτε?
-«Ναί, έχω ροσμπιφ από χθες το τρώς?», τον ειρωνεύεται απροκάλυπτα αυτός.
-«Χθεσινό φαγητό? Α πα πα πα! ούτε να το βάλω στο στόμα μου. Ρε συ, άσε τις ειρωνείες, έχει φτάσει το στομάχι μου στην πλάτη από την πείνα!» διαμαρτυρήθηκε ο Ααρών, «Πάρε κανένα τηλέφωνο το Μεγάλο να μας πει τι να κάνουμε.»
-Και τι είναι ρε ο Μεγάλος? Αθηνόραμα για να μας πει προτάσεις για το βράδυ?
-Δεν με ενδιαφέρει! Να βρει κάτι να μας δώσει να φάμε.
Ο Μωυσής πήρε ξανά τηλέφωνο αρχίζοντας τα συγνώμη για την ενόχληση κι αν δεν σας είναι κόπος κλπ., κλπ. Αλλά… Πεινάμε, Πεινάμε θέλουμε να φάμε!
Μετά από λίγο παρουσιάστηκε στα πλήθη:
-Πεινάτε? ρωτά τον κοσμάκη
-Όχι, μη μου μιλάς πάλι για φαγητό! Από προχθές που έφαγα ακόμη να χωνέψω! απαντούν ειρωνικά αυτοί (η ειρωνεία είναι χαρακτηριστικό των Ισραηλιτών όπως έχετε καταλάβει).
-«Λοιπόν πάμε άλλο ένα ταχυδακτυλουργικό!» Και σηκώνει το χέρι προς τον ουρανό σαν τον Ρουβά (το έχει όμως μέσα του το σταριλίκι δεν μπορείτε να πείτε) και λέει:
-Δώσε μάννα στο λαό!
Κι ανοίγουν οι ουρανοί, κάνουν ταρατατζούμ οι τρομπέτες, κι αρχίζει να βρέχει κορν φλέικς!
(το μενού λέει και για κάτι ορτύκια, αλλά κορν φλέικς με ορτύκια πάνε? Δεν πάνε!)
Εννοείται ότι, ξεκίνησαν κάποιες διαμαρτυρίες του τύπου εγώ θέλω all bran, εγώ με σοκολάτα κι ο άλλος με φρούτα, αλλά ο Μωυσής απείλησε ότι θα κόψει τις παροχές και θα τρώνε σκέτα χαλίκια, οπότε το βούλωσαν.
Αφού στούμπωσαν στα κορν φλέικς (Μάννα ®) ζήτησαν και νερό. Ο Μωυσής μόλις το άκουσε του ήρθε μια σκοτοδίνη διότι υπολόγισε το λογαριασμό που θα πληρώσει στο κινητό και ξανά, μανά πήγε στη γωνία να πάρει το Μεγάλο.
Άκουσε ένα χεστήριο που τον ξύπνησε μεσημεριάτικα κι ότι δεν υπάρχει τέλος πάντων κανένα φιλότιμο και τσίπα σε αυτόν τον κόσμο και μετά του είπε να χρησιμοποιεί αυτή την κωλογκλίτσα που του έχει δώσει, αφού δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το μυαλό του.
Ο Μωυσής σιχτιριασμένος πήγε χτύπησε ένα βράχο με τη γκλίτσα κι αμέσως ανάβλυσε πόσιμο νερό. (Από τα μπουρίνια του ξέχασε να κάνει και show.)
Έτσι λοιπόν με ταχυδακτυλουργικά και show συνεχίστηκε η πορεία, ώσπου κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό του Μωυσή.
-«Επιτέλους! Μια φορά πήρε κι αυτός!» μονολόγησε.
-«Μωυσή!» είπε αυστηρά η φωνή.
-(πάλι μπλεξίματα θα ‘χουμε) σκέφτηκε ο Μωυσής με το που άκουσε αυτόν τον τόνο.

(συνεχίζεται...)