23/2/09

Apos amorcito





Ούτε που θυμάμαι πως ακριβώς προσγειώθηκα στο Blog του.
Κι αυτό είναι κι η ομορφιά του Apos. Σε γοητεύει σιγά, σιγά, ανεπαίσθητα, σχεδόν… υποχθόνια. Και χωρίς να το καταλάβεις, έχεις πιαστεί στα δίχτυα του.
Έχουμε λοιπόν πρώτον, τη γοητεία του
Άρχισα να μπαίνω στο blog του και ήταν λίγο σαν το λούνα παρκ. Άρθρα για να χαρείς, να φοβηθείς, να διασκεδάσεις, να γελάσεις, να στεναχωρηθείς. Πάντα όμως παρουσιασμένα με τη γοητεία του ταχυδακτυλουργού. Να μην ξέρεις πότε πέρασες από το ένα συναίσθημα στο άλλο. Πότε η αγανάκτηση μεταμορφώνεται σε στραβό γελάκι.
Προσθέτω το χιούμορ και την εξυπνάδα του
Και μετά τα σχόλια. Θυμάμαι την αγωνία να του γράψω κάτι που να μην είναι ξεπέτα (Α μπράβο καλά τα λες, καλημέρα, ωραίο κείμενο κλπ). Το διάβασμα που έριχνα πριν του αφήσω σχόλιο ήταν πολύ περισσότερο από τις τρεις έρημες αράδες του σχόλιου μου. Αλλά έψαχνα να βρω την άποψή μου σε αυτά που έλεγε. Με έσπρωχνε να ψάξω, να μάθω.
Στα προηγούμενα βάζω και το σεβασμό.
Και μετά τον γνώρισα. Ακόμη και τώρα λέω στην elf ότι είμαι φανατική του Apos. Ο οποίος έχει τα πιο ζεστά μάτια του κόσμου. Βελουδένια. (χμ ξέρω πως ακούγεται κάπως αυτό, αλλά νομίζω ότι του το χρωστάω να του το πω).
Και όλα έρχεται και τα κυκλώνει η συνέπεια.
Αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που έχει αυτός ο ξεχωριστός άνθρωπος και θα μπορούσα να μιλώ για αυτόν κάθε μέρα. Και σήμερα κατάλαβα, ότι το μυστικό είναι η συνέπεια.
Συνεπής στις αγάπες του (από την Αργεντινή μέχρι τη σοκολάτα) αλλά και στις αντιπάθειες του (για καλέστε τον σε βάφτιση και πείτε μου τι καταφέρατε). Συνεπής στην εικόνα που περνά μέσα από τα γραπτά του, διότι όταν τον συναντήσεις ξέρεις πως τελικά δεν σε κορόιδεψε. Είναι αυτός! Αυτός ακριβώς που γνώρισες, που έγινε φίλος σου, που αγάπησες.
Και μπορείς να τον αγκαλιάσεις και να του ψιθυρίσεις.
«Χαίρομαι τόσο, μα τόσο πολύ που σε έχω γνωρίσει.»
Feliz cumpleaños αγαπημένε μου Apos!
Χρόνια Πολλά!

10/2/09

To Ψάρι ο Ιωνάς και η κρουαζιέρα



Αν και γενικά οι αντι-Γραφές είναι γεμάτες από ανθρώπους συνετούς, υπάκουους και πιστούς, ο Ιωνάς πρέπει να κράταγε από Κεφαλλονιά, καθότι έκανε κυρίως του κεφαλιού του.
Γεννήθηκε στη Γαθαφέρ (είπαμε κράταγε από Κεφαλλονιά ΔΕΝ γεννήθηκε εκεί!).
Αφού θριάμβευσε ως βοηθός του Ιεροβοάμ (αυτός ήταν βασιλιάς) και ξαναπήραν τα εδάφη που είχε χάσει το Ισραήλ (γκχμ), είπε ο άνθρωπος να πάει στη βίλλα του να ξεκουραστεί.
Όμως ο Μεγάλος είχε άλλη άποψη:
«Ιωνά»! είπε με βροντερή φωνή.
Καμία απάντηση.
«Ιωνά! Σου μιλάω!»
Τίποτα.
«Ιωνά αν δεν βγάλεις αμέσως τώρα, το god pod από τα αυτιά σου, θα χάσεις όλα τα mp3 που έχεις περασμένα!»
Αυτό κι αν ήταν απειλή! Ο Ιωνάς σταμάτησε τις τσαλιμιές και τέντωσε τα αυτιά του.
«Μεγάλε!» (έκανε τάχα έκπληκτος) «Πως από δω?»
«Άσε τις αηδίες Ιωνά και άκου!
Θέλω να πας στη Ν Ι Ν Ε Υ Η!.»
«Καλά και γιατί το κάνεις spelling? Χαζός είμαι? Το κατάλαβα.» Απάντησε ευθαρσώς ο Ιωνάς.
«Επειδή είμαι Παντογνώστης, κάτι ξέρω που στο κάνω spelling». (θα δείτε παρακάτω πόσο δίκαιο είχε!).
«Τέλος πάντων, και τι να πάω να κάνω καλοκαιριάτικα εκεί κάτω? Θα καίει ο τόπος!» γκρίνιαξε τώρα ο αντιρρησίας.
«Θέλω να πας να τους πεις να μετανοήσουν, διότι είναι ασεβείς.» βροντοφώναξε ο Μεγάλος.
«Πρώτον σε παρακαλώ κάνε κάτι με το volume διότι μου πήρες τα αυτιά.»
«Συγνώμη έχουμε βάλει νέο dolby surround και δεν το έχουμε μάθει ακόμη. Θα πάω στο Γερμανό να ρωτήσω πώς να το διορθώσουμε» απολογήθηκε ο Μεγάλος, που επειδή ήταν πολύ μεγάλος, μπορούσε να αναγνωρίσει και το δίκαιο του άλλου.
«Και γιατί να πάω στους Νινευίτες, αφού εμείς (οι Ισραηλινοί) δεν τους χωνεύουμε.
Πάλι εγώ θα σώσω τον κόσμο? Ας πάει ένας δικός τους να τους σώσει». Ξαναγκρίνιαξε ο Ιωνας που είχε σπαστεί πολύ με την όλη ιστορία.
«Ιωνά δεν το συζητώ! Σε προστάζω!»
«Αυτό είναι φασισμός»! Εξανέστη ο Ιωνάς.
«Θες να σε κάνω στήλη Άλατος?» ρώτησε μειλίχια ο Μεγάλος.
«Και μετά τι θα κάνεις τη γυναίκα του Λωτ?» αντιμίλησε ο Ιωνάς.
«Θέλεις να πάρεις μήπως τη θέση του Πινόκιο?» αντιπρότεινε ο Μεγάλος.
Εδώ χτύπησε τον Ιωνά στο ευαίσθητο σημείο του, καθότι ήταν φοβερά ωραιοπαθής οπότε δεν ήθελε με τίποτα να αποκτήσει μεγάλη μύτη. Φύσηξε, ξεφύσηξε, παράτησε το Mai Thai και την αιώρα του και πήγε να γεμίσει δύο luis vuitton για το ταξίδι (είχαν γίνει φοβερή μόδα μετά τη διαφήμιση με τον Γκορμπατσώφ). Πήρε τη φωτογραφική μηχανή και το παγουρίνο του και κατέβηκε στο λιμάνι για να πάρει το High speed για Νινευή.
Όμως τον έπνιγε η αγανάκτηση, διότι όλα τα κωλοτάξιδα αυτός τα έκανε, κι οδοιπορικά μηδέν. Οπότε εκεί που κοίταζε τα δρομολόγια ακούει:
«Αναχώρηση του Very High Speed 5 για Θαρσείς. Παρακαλούνται οι επισκέπτες να εξέλθουν από το πλοίο ή αλλιώς, ας πληρώσουν εισιτήριο και να ταξιδέψουν μαζί με τους υπόλοιπους. Κουλουρτζήδες, λουκουματζήδες κι άλλοι μικροπωληταί να περάσουν από τη ρεσεψιόν και να αφήσουν ποσοστό 5% επί των πωλήσεων που πραγματοποίησαν στο χώρο του καραβιού.»
«Ρε λες? Αναρωτήθηκε ο Ιωνάς. Μήπως είναι θέλημα θεού?»
«Εγώ δεν είπα τίποτε, μη με ανακατεύετε» ακούστηκε η φωνή του Μεγάλου. «Βρε γαιδούρι, ΔΕΝ σου είπα να πας στους Θαρσείς, στη Νινευή σου είπα.»
Παρόλα αυτά, ο Ιωνάς εκεί το βιολί του. Μια και δυο ανεβαίνει στο πλοίο και βγάζει εισιτήριο VIP για Θαρσείς, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω (σε λίγο θα μιλώ την ελληνιστική με τόση μελέτη των κειμένων), ήταν παραλιακή πόλη της Ισπανίας-όχι νομίζετε ότι ήταν χαζός ο Ιωνάς.
Πάει στρώνεται σε μια σεζλονγκ στο πάνω κατάστρωμα, βάζει κι αντηλιακό και γουστάρει τρελά με την κοπάνα που έκανε.
«Vaya con Dios!» Μονολόγησε και ρούφηξε μια γουλιά από το Μάι Τάι (λίγο αλκοόλα τον έχω βγάλει τον άνθρωπο αλλά τι να κάνω? του άρεσαν τα κοκτέιλ διότι μάζευε τις ομπρελίτσες).
Όμως ο Μεγάλος, δεν είναι τυχαίος! Βλέπει μέσω Google map τον Ιωνά να λιάζεται στο δρόμο για Θαρσείς και τα παίρνει κράνος. «Τώρα θα δεις!» λέει μέσα από τα τέλεια δόντια του. Πάει στον Ποσειδώνα και του λέει: «Ρε συ εκείνη την τρίαινα που είχες τις Απόκριες που την έχεις βάλει?»
«Τι εννοείς?» του λέει θιγμένος ο άλλος. «Ποιες Απόκριες? Κανονικά την κρατάω».
«Εγώ στο είπα με εύσχημο τρόπο, αλλά με αυτά που κάνεις ούτε στο χιλιάρικο δε σε βλέπω να μπαίνεις. Δάνεισέ μου για λίγο την τρίαινα. Ή δώσε μου το μίξερ καλύτερα.»
«Το μίξερ το έχει πάρει η Δήμητρα. Και καλά που μου το θύμισες, διότι δεν το έχει επιστρέψει η μουλάρα. Τάχα ήθελε να φτιάξει ραβανί… μα που πας?» ρώτησε την πλάτη του Μεγάλου που ήδη έτρεχε να πάει να βρει τη Δήμητρα.
Τελικά το μίξερ βρέθηκε στο loft του Απόλλωνα, ο οποίος άκουσε και τα σχολιανά του, επειδή παίρνει πράγματα και δεν τα επιστρέφει.
Βάζει λοιπόν ο Μεγάλος το μίξερ μπροστά με τους αναδευτήρες για μαρέγκα και ξεκινά να ανακατεύει τη θάλασσα.
Περιττό να σας πω ότι έγινε της κολάσεως. Το πλοίο εκεί που έκανε κρουαζιέρα, άρχισε να θυμίζει Τιτανικό. Ένας σινεφίλ άρχισε να ουρλιάζει ότι «Θα πνιγούμε Μάνα μου το έχω δει εγώ το έργο!» οπότε έσπειρε τον πανικό.
Επειδή τότε όμως δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ η τεχνολογία, δεν σκέφτηκαν να δουν μετεωρολογικό δελτίο για να μάθουν πως κινείται η καταιγίδα. Προσέφυγαν σε πιο προηγμένες μεθόδους ήτοι (καλά δεν παίζομαι) έκαναν κλήρωση.
Όποιος είναι γκαντέμης, εξήγησε ο καπετάνιος το ανθρωπιστικό παιχνίδι, θα πεταχτεί στα ψάρια.
Μπορείτε να φανταστείτε σε ποιον έπεσε ο κλήρος (φυσικά και ήταν στημένη η κλήρωση! Τι νομίσατε ότι είναι όπως έχουμε τώρα την κληρωτίδα με τα μπαλάκια?).
Οπότε :
«Εεεεεειιιωωωωπ!» είπαν οι ναύτες κι έριξαν τον Ιωνά στη Θάλασσαααααα.
Εκείνη την ώρα εντελώς τυχαία, περνούσε απέξω ένα ψάρι (πρωτοφανές να υπάρχει ψάρι στη θάλασσα). Το ψάρι αυτό ήταν λίγο μικρότερο από το καράβι, οπότε τραβάει μια γερή ρουφηξιά νερό και πάρτον και τον Ιωνά μέσα.
«Ποιος έκλεισε το φως?» αναρωτήθηκε έντρομος ο Ιωνάς. «Μαμά μου! που είμαι?»
«Στο ψάρι» απάντησε το ψάρι (συγνώμη παιδιά για την επανάληψη της λέξης ψάρι αλλά μου έχει περισσέψει και η λέξη κήτος που θα χρησιμοποιήσω αμέσως μετά. Δυστυχώς, όπως δεν αναφερόταν το όνομα της γυναίκας του Νώε, επίσης δεν αναγράφεται και το όνομα του κήτους, ή έστω ο τύπος του-GT κλπ).
«Τι εννοείς? Την εξοχική ταβέρνα?» ρώτησε ο Ιωνάς.
«Όχι εννοώ το franchise με τα φρεσκοκατεψυγμένα» ειρωνεύτηκε το κήτος. «Ρε ντιπ βλάκας είσαι? Μέσα στην κοιλιά μου είσαι!»
«Μα βρωμάει ψαρίλα εδώ μέσα!» γκρίνιαξε ο Ιωνάς.
«Βάλε ένα ambi pur» ειρωνεύτηκε ξανά το κήτος. (καλά μιλάμε για πολλή ειρωνεία).
«Μεγάλε! Μεγάλε!» άρχισε να ουρλιάζει ο Ιωνάς χτυπώντας τα τοιχώματα. «Βγάλε με από εδώ! Σε παρακαλώ».
«Μη φωνάζεις! Η ηχομόνωση είναι άριστη. Τώρα κάτσε εδώ μέσα για να μάθεις! Χαχαχαχαχαχα!» (σατανικό γέλιο αφιερωμένο).
Ο Ιωνάς στην αρχή το έριξε στο κλάμα. Τέτοια γκρίνια, ούτε γριά από τη Μάνη σε μοιρολόι. Μετά, κατάλαβε ότι με το κλάμα δεν θα βγάλει άκρη, οπότε άρχισε να παρακαλάει το ψάρι να τον αφήσει κάπου παραλιακά. Όταν είδε ότι δεν πιάνει ούτε αυτό, άρχισε να αναρωτιέται. «Ρε τι θα έκανε ο Μαγκάιβερ (παλιά σειρά περιπέτειας για τους γνώστες της Παλαιάς ΕΡΤ) σε αυτή την περίπτωση?». Και κάθισε κάτω να ανάψει ένα τσιγάρο και να σκεφτεί. Αυτό ήταν.
Το ψάρι το έπιασε τέτοια ναυτία, που άρχισε να ξερνάει διαρκώς. Έφτασε άρον, άρον στα παράλια και με μια μεγαλειώδη αναγούλα τον έφτυσε στο νησί του Lost.
Ο Ιωνάς βγήκε από τα κύματα, τίναξε την άμμο από τα ράσα του και πήγε να βρει τους Χαμένους. Αλλά ο Μεγάλος τον πρόλαβε και του είπε:
«Κοίτα να δεις, επειδή άμα μπλεχτείς στη σειρά σε βλέπω νεκρό στο επόμενο επεισόδιο, αποφάσισε: ή στέλνω τώρα ένα εξωλέμβιο για να πας στη Νινευή, ή θα παίξεις ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο στο σήριαλ. Τι προτιμάς?»
Ε τι να προτιμά? Πήρε τα μπογαλάκια του και πήγε στη Νινευή.
Εκεί τους περιέγραψε με τόσο μελανά χρώματα το τι θα πάθουν έτσι και δεν αλλάξουν μυαλά, που όλοι οι Νινευίτες έγιναν αρνάκια. Μετά μάζεψε ξανά τα ρούχα του (του είχε πάρει άλλα ο Μεγάλος, διότι θα έπρεπε αλλιώς να τον στείλει ξεβράκωτο), πήρε τα σαμπουάν και μια πετσέτα από το ξενοδοχείο και ξεκίνησε για το δρόμο του γυρισμού.
Αφού έφτασε κατάκοπος στη βίλλα του, άνοιξε τη δορυφορική για να παρακολουθήσει το χαμό που θα γινόταν στη Νινευή. Και πήγε η ώρα εννιά. Και τίποτε. Και πήγε δέκα. Ξανά τίποτε.
Ο Ιωνάς άρχισε να τα παίρνει (με πρόζακ τον βλέπω μέχρι το τέλος του έργου).
Παίρνει τηλέφωνο στο Igod το Μεγάλο και του λέει:
«Μου είπες να πάω στους σιχαμένους τους Νινευίτες να τους μιλήσω, επειδή ήταν αμαρτωλοί»
«Yes!» απάντησε ο Μεγάλος.
«Ναι αλλά αφού έκαναν τέτοια έκτροπα δεν έπρεπε να τους καταστρέψεις?»
«Νο!» (λαλίστατος και πολυμαθής ο Μεγάλος).
«Τι No! δηλαδή συγνώμη θα σώζουμε και τους εχθρούς τώρα?» απηύδησε ο Ιωνάς. «Αφού αυτοί είναι Ολυμπιακοί! Συμφωνήσαμε να πάω να τους ξεχέσω, όχι να τους σώσω!»
«My child έλα να σου μιλήσω για την αγάπη και τα συγχώρεση για να καταλάβεις» είπε ο Μεγάλος.
«Όχι!!!! Δεν θέλω άλλο κήρυγμα. Προτιμώ να μου κάνεις μια χάρη»
«Τι χάρη?»
«Να πάρει ο Παναθηναϊκός το πρωτάθλημα για τα επόμενα Μμμμμμ 20? 30? Χρόνια»
«Αδύνατον!» αναφώνησε η υπερδύναμη.
«Γιατί?» χτύπησε το πόδι με πείσμα ο Ιωνάς.
«Γιατί, είπαμε, είμαι Μεγάλος, δεν είμαι όμως και ο Κόκκαλης.!»



(Διεύθυνση φωτογραφίας: http://blindman.15.forumer.com/index.php?showtopic=23518)

Αύριο έχουμε ψάρι

Για τους φανατικούς του είδους, ήδη έχω αποκαλύψει πολλά!

5/2/09

Υπερπαραγωγή -Ο Κατακλυσμός του Νώε


Καλοί μου φίλοι! μετά από την ευγενική σας παρότρυνση είπα να συνεχίσω το θέμα με τις αντι-Γραφές. Επειδή όμως λόγω δουλειάς άργησα να σας γράψω, σήμερα παραθέτω την υπερπαραγωγή -Τον κατακλυσμό του Νώε. Διαβάζεται μονορούφι ή σε συνέχειες. Πάρτε και κανένα χάπι για τον πονοκέφαλο πριν ξεκινήσετε διότι βγήκε τεράστιο.



Ο Νώεεεεεεε.
Λοιπόν παιδιά μου εδώ έχουμε Σόδομα και Γόμορρα (ξέρω, αυτό είναι από άλλη ιστορία-ίσως την πούμε κι αυτή).

Ο Νώε πρέπει να ήταν μεγάλο βύσμα. Πρώτα από όλα έζησε τουλάχιστον 900 χρόνια. Μια πιθανή εξήγηση να είναι, επειδή έγραφε τη «Λάμψη» της εποχής («Βροντή» λεγόταν το σχετικό σήριαλ), είχε ζητήσει από το Μεγάλο να μην πεθάνει μέχρι να τελειώσει το σήριαλ. Όμως, δεν σταματούσε να γράφει, κι ο Μεγάλος που είναι και πρακτικός τύπος, έπνιξε όλη την ανθρωπότητα, οπότε μετά, το σήριαλ σταμάτησε λόγω μειωμένης τηλεθέασης.
Βέβαια, επειδή όπως είπαμε ο Νώε είχε το βύσμα του, ήταν ο μόνος που γλύτωσε μαζί με την οικογένειά του από τον κατακλυσμό.
Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Η σκούφια του Νώε κρατά από τον Μαθουσάλα (αμ έτσι πες μας και μετράμε χιλιετηρίδες). Είχε 3 γιούς τον Σήμ (από τον οποίο πήρε και το όνομά της η κάρτα SIM ), τον Χάμ (από τον οποίο πήρε το όνομά της η πίτσα Ham Special) και τον Ιάφεθ (αυτός δεν πρόκοψε όπως οι άλλοι δύο).
Τα παιδιά τα απέκτησε στην απίστευτη ηλικία των 500 ετών. (ήθελε να γλεντήσει τη ζωή του πρώτα ο άνθρωπος). Τελικά οι αρχαίοι ήταν πιο μοντέρνοι από εμάς που επειδή καβατζώσαμε τα 30+ λυσσάξαμε να κάνουμε παιδιά.
Ο Νώε όμως ήταν πρακτικός άνθρωπος. Όταν ο Μεγάλος του είπε να φτιάξει μια κιβωτό, ήταν, δεν ήταν 480 ετών (νιούδι). Οπότε σου λέει, προκειμένου να κάνω όλη τη βρωμοδουλειά μόνος μου, ας κάνω κανένα παιδί να με βοηθήσει. Άρχισε να κάνει παιδιά και υπέβαλε ταυτόχρονα πρόταση για την κατασκευή και επίβλεψη του έργου «Κιβωτός» που είχε προκυρηχθεί, με χρόνο ολοκλήρωσης 50 χρόνια, και προϋπολογισμό 10 εκατομμύρια €. Φυσικά, ως βυσματούχος πήρε το έργο.
Δυστυχώς, επειδή ο Άγγελος –Υπεχωδεφείμ δεν είχε προβλέψει να βάλει ρήτρες για την καλή τήρηση της συμφωνίας και την έγκαιρη παράδοση του έργου, η Κιβωτός ολοκληρώθηκε τελικώς σε 100 χρόνια και χρειάστηκαν άλλα 20 για τη συλλογή των ζώων. Ο Υπεχωδεφείμ ακόμη δουλεύει στην υπηρεσία Εφορίας Αρχαιοτήτων (πήρε και μετάταξη) σε ακριτικό νησί για να πληρώσει τις μη καταβληθείσες ρήτρες.

Βέβαια, επειδή ο Νώε είχε υπογράψει συμφωνητικό εμπιστευτικότητας (ναι αυτό το θυμήθηκαν να το φτιάξουν), όταν άρχισε να κατασκευάζει την κιβωτό τα βρήκε σκούρα. Πάει λοιπόν στον Υπεχωδεφείμ και του λέει:
-«Καλά είσαστε τελείως τζαζ εκεί πάνω?»
-«Γιατί?» φτερούγισε ταραγμένος ο άγγελος.
-«Μα είναι δυνατόν να φτιάξω το υπερωκεάνιο που μου ζητάτε και να μην πάρει κανείς χαμπάρι τι διάολο φτιάχνω?» απάντησε εκνευρισμένος ο ενάρετος νέος.
-«Εεεε μια στιγμή να ρωτήσω και θα σας πω» είπε ο Υπεχωδεφείμ και απογειώθηκε προς τα πάνω αφήνοντας πίσω του ένα σύννεφο από πούπουλα.
Μετά από δέκα λεπτά ξανακατέβηκε αναψοκοκκινισμένος.
«Ε ναι, κοιτάξτε να δείτε, ρώτησα τον Μεγάλο και με συμβούλευσε να πείτε ότι φτιάχνετε ένα σκάφος αναψυχής.»
«Σκάφος αναψυχής με τέσσερα καταστρώματα? Με δουλεύετε?» απάντησε, αγριεμένος τώρα, ο Νώε. «Ποιος θα την πιστέψει αυτή την παπαριά?»
«Ναι… να σας πω…, κι εγώ απόρησα, αλλά ο Μεγάλος μου είπε πρώτον να μην τον αμφισβητώ και δεύτερον να ζητήσετε από τη γυναίκα σας να το διαδώσει. Αυτή ξέρει!». Κι έφυγε μουρμουρίζοντας κάτι για εκκρεμότητες και όλα από τα δικά του φτερά περνούν, αμάν πια με αυτή την κωλοθέση.

Ο Νώε αναστέναξε και πήγε στη γυναίκα του.
«Ρε συ γυναίκα μου, να σου πω» της είπε.
«Δεν έχω όνομα εγώ, για να με φωνάξεις?» του απαντά αυτή όλο ταπεινοφροσύνη.
«Όχι! Μέσα στις γραφές υπάρχει το είδος του ξύλου (γόφερ) που έφτιαξα την Κιβωτό αλλά το δικό σου όνομα γιοκ!».
«Ωραία τότε να πεις από το ξύλο Γόφερ να σου πλύνει τα σώβρακα! Άει σιχτίρ εδώ μέσα! Φαλλοκράτες!» απάντησε, πετώντας κάτω ένα μποξεράκι με τον γκούφη.
«Έλα δω βρε μανίτσα μου» άρχισε τις γαλιφιές ο άλλος. «Έλα δω, να σου πω τι θα σου φτιάξω, εγώ που σε έχω στα ώπα ώπα.»
«Τι?» ρώτησε όλο ελπίδα η σουφραζέτα της εποχής.
«Θα σου φτιάξω μια Κιβωτό!»
«Για τα κοσμήματα?»
«Ναι! Ε όχι! Τι? ποια κοσμήματα παιδί μου μη με μπερδεύεις!» Θα σου φτιάξω ένα γιοτ για να σε πάω βόλτα».
«Αχ αλήθεια?» ξελιγώθηκε η γυναίκα του Νώε.
«Εμ τι παραμύθια?» απάντησε ετοιμόλογα το χουφταλάκι. (πότε νέος πότε χουφταλάκι, σας έχω τρελάνει).
«Και μπορώ να το πω στις φίλες μου?»
«Αυτό ακριβώς! Ναι! θέλω να το πεις στις φίλες σου για να δουν τι άντρα πήρες!».

Από τη στιγμή εκείνη και μετά, κανείς δεν αναρωτήθηκε τι φτιάχνει ο Νώε. Εκτός του ότι είχαν καταχωλωθεί που έφτιαχνε γιοτ, φοβόντουσαν να ρωτήσουν για να μην τους πιάσει στην πολυλογία η γυναίκα του Νώε.
Έπεφταν λοιπόν τα πατώματα, (πως λέμε έριξε πλάκα? Καμία σχέση) τα παιδιά που είχαν εντωμεταξύ μεγαλώσει κάρφωναν, κάρφωναν και προκοπή δεν έβλεπαν.
«Ρε μπαμπά τι θα το κάνουμε τόσο μεγάλο καράβι?» ρώτησε μια μέρα ο Ιάφεθ.
«Τράβα ρώτα τη μάνα σου» του απαντά ο σεβάσμιος πατέρας του.
«Ε ναι, εντάξει, το έχω ακούσει το παραμύθι με το καράβι και τις αίθουσες χορού, για τις εκδηλώσεις της επετείου σας κλπ, αλλά και πάλι δεν το καταλαβαίνω» πείσμωσε ο Ιάφεθ.
«Με αυτές τις βλακείες που ρωτάς σε βλέπω να μη γίνεσαι τίποτε στη ζωή σου!» Απήντησε επικριτικά ο Νώε. «Άντε να καρφώσεις κανένα γόφερ»!
«Να βάλω καλύτερα ένα γούφερ να έχουμε και καλύτερη μουσική απόδοση» ειρωνεύτηκε ο θρασύς νέος.
Παρόλα αυτά, ο Νώε εντυπωσιάστηκε από την εφευρετικότητα της γυναίκας του. Κοίτα τι έλεγε η αθεόφοβη! Άκου αίθουσα χορού! «Ρε μπας και να της δώσω να γράφει κανένα επεισόδιο στη ‘Βροντή’?», αναρωτήθηκε.
Κάποια στιγμή, η Κιβωτός έφτασε πλέον στα παρκέ, οπότε ο Νώε φώναξε το γιο του τον Σημ και του είπε. «Δε μου λες, θυμάσαι που σου είχα πάρει από την εφημερίδα «Τα Νέα της Παλαιάς Διαθήκης» μια Εγκυκλοπαίδεια με ζώα?»
«Ποια από όλα εννοείς μπαμπά? Τα κανονικά ή τα ξαδέρφια μου?» ρώτησε ο μεγάλος Σημ.
«Δεν είπα το άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες! Ούτε αναφέρθηκα σε γαϊδούρια ξεσαμάρωτα! Είπα ζώα!-Το έχεις?» εκνευρίστηκε ο υπομονετικός Νώε.
«Μη συγχύζεσαι καλέ μου πατέρα! Θα πεθάνεις γρήγορα με αυτό το άγχος! Φυσικά και το έχω!» απήντησε ο στοργικός γιος.
«Ωραία! πάρε τα αδέρφια σου και ξαμοληθείτε να μαζέψετε ένα σετ (αρσενικό –θηλυκό) από όλα!*».
«Πλάκα Με κάνεις?» έμεινε ξερός ο Σημ (καταγωγή από Βόρεια Ελλάδα). «Τι θα τα κάνουμε τόσα ζώα?»
«Θα τα βάλουμε στην Κιβωτό»
«Η μαμά το ξέρει?» ανησύχησε ο μαμμόθρεφτος.
«Τι είπες ρε!» είπε ο Νώε, που είχε ρίζες κι από Κρήτη. «Θα μου πει εμένα η μάνα ΣΟΥ τι θα κάνω?»
«Δεν ξέρω τι θα σου πει η μάνα ΜΟΥ, αλλά ξέρω σίγουρα τι θα σου πει η γυναίκα ΣΟΥ!» απάντησε ετοιμόλογα ο Σημ.
«Ποιανού είναι το καράβι ρε!» άρχισε να ωρύεται ο Νώε.
Ο Σημ ξερόβηξε και ξεκίνησε:
«Κοίταξε να δεις. Η αλήθεια είναι ότι εσύ είχες την ιδέα, (αν έχεις κι άλλη τέτοια κράτα τη για τον εαυτό σου), εσύ κατέθεσες την πρόταση για την ανάληψη του έργου και σε εσένα έχει κατοχυρωθεί. Βέβαια, αν πάρετε διαζύγιο με τη γυναίκα ΣΟΥ, θα δικαιούται το μισό καθότι αποκτήθηκε μετά το γάμο. Επιπλέον, αν πεθάνεις βάσει της νόμιμης μοίρας τα παιδιά δικαιούνται το 75% της περιουσίας σου και φυσικά και του καραβιού…»
«Θα πάρετε ένα @ρ…»
«Νώε!» τον διέκοψε μια βροντερή φωνή από ψηλά. «Μην ξεστομίσεις αυτό που θες να πεις, διότι θα βρεθείς εκτός Κιβωτού».
«Τι ήταν αυτό?» απόρησε ο Σημ.
«Ο υποβολέας» ξεφύσηξε ο Νώε κι έφυγε τσαντισμένος. Έκανε δέκα βήματα και φώναξε: «Τσακίσου να πας να μαζέψεις τα ζώα! Τη μάνα σου θα την αναλάβω εγώ!»
Ο Σήμ σηκώθηκε, πήγε, ξέθαψε την εγκυκλοπαίδεια με τα ζώα, και φώναξε τα αδέρφια του.
«Ρε σεις! Ο σεβάσμιος πατέρας μας τα έχει παίξει! Θέλει να μαζέψουμε ένα σετ από όλα τα ζώα που είναι σε αυτούς τους δέκα τόμους και να τα βάλουμε στην Κιβωτό»
«Η μαμά το ξέρει?» ρώτησαν με μια φωνή τα άλλα δύο καλόπαιδα.
«Θα της το πει τώρα, οπότε το μεσημέρι καλύτερα να παραγγείλουμε delivery διότι δεν μας βλέπω να τρώμε» είπε στεναχωρημένα ο Σημ. «Κρίμα, διότι σήμερα είχε πει ότι θα έφτιαχνε παστίτσιο»
«Φτιάχνει και το manetarius παστίτσιο!» αναφώνησε ο Χαμ. «μπορούμε να παραγγείλουμε από εκεί!».
«Στο θέμα μας!» επανέφερε την τάξη ο μεγάλος αδελφός. «Λοιπόν έχουμε δέκα τόμους και είμαστε τρεις. Πως θα τα μοιράσουμε?» (μιλάμε για τζιμάνια).
«Απλό!» πετάχτηκε ο Ιάφεθ «Θα πάρουμε ο καθένας από τρεις και τον ένα τόμο που περισσεύει θα τον πετάξουμε!»
Έτσι αγαπητοί αναγνώστες λόγω της βαρεμάρας τριών αδελφών, εξαφανίστηκαν από προσώπου γης οι δεινόσαυροι! Επειδή πέταξαν τον ένα τόμο της μοναδικής εγκυκλοπαίδειας των ζώων. (σας έλυσα κι αυτή την κοσμογονική απορία).
Οι τρεις φερέλπιδες νέοι ξεχύθηκαν σε βουνά και λαγκάδια να μαζέψουν τα ζώα.
Φυσικά κι αυτή η διαδικασία πήρε το χρόνο της. (τα είκοσι χρόνια που σας έλεγα στην αρχή του επεισοδίου).
Όταν επέστρεψαν οι τρεις νέοι με ένα ορυμαγδό ζώων από πίσω τους συνοδεύονταν κι από 3 αιθέριες υπάρξεις.
«Τι είναι αυτές?» ρώτησε ο Νώε που γυάλισε το μάτι του μόλις είδε τις κοπελλλλίτσες.
«Ρε πατέρα, δεν είπες να φέρουμε σετ από όλα τα ζώα? Ε! φέραμε και για εμάς!» είπε ο Ιάφεθ.
«Ότι θα παραδεχόσασταν ότι είσαστε ζώα, δεν το περίμενα» σχολίασε ο Νώε.
Φυσικά μπορείτε να φανταστείτε ποιος έριξε μούτρα κι έπιασε φτυάρι. Η γυναίκα του Νώε. Η οποία παράτησε τον καημό της με τα ζώα που θα της χαλάσουν το παρκέ κι έπιασε το μοιρολόγι με τις γειτόνισσες ξεκινώντας έτσι ένα μίνι κατακλυσμό.
«Αχ που εγώ τα μοσχομεγάλωσα κι αυτά βρήκαν την πρώτη τυχούσα και την έφεραν να τη σπιτώσουν. Τίποτε δεν σεβάστηκαν. Το μόχθο να τα μεγαλώσω, τα ιδιαίτερα που πλήρωνα για να ξεστραβωθούν, τις ξένες γλώσσες, τα κολυμβητήρια! Αχαριστία!»

Αφού στούμπωσε και τα ζώα μέσα στο καράβι, ο Νώε είπε σε γυναίκες και παιδιά να φτιάξουν βαλίτσες διότι θα πάνε ένα ταξιδάκι. Οι νύφες ξετρελλάθηκαν από τη χαρά τους. Βρε τι κιμπάρης πεθερός ήταν αυτός! Ακόμη δεν πάτησαν το πόδι τους και τις πάει κρουαζιέρα. Βγήκαν λοιπόν με τις mastercard για να ψωνίσουν. Μάλιστα ο Νώε για να φανεί ακόμη πιο καλός, την ώρα που τις ξεπροβόδιζε τους είπε:
«Κορίτσια! Μη φοβηθείτε τα έξοδα! Δώστε του να καταλάβει! Τρία κορίτσια σας έχω!» διότι φυσικά, ποιος πνιγμένος θα του ζητούσε να πληρώσει τις κάρτες?

Μάζευαν λοιπόν κορίτσια κι αγόρια τα συμπράγκαλά τους, μούτρωνε η κυρία Νώε και ο πατριάρχης που είχε και χιούμορ πέταγε διάφορα έξυπνα του τύπου :
«Πω πω μαύρος είναι ο ουρανός, γυναίκα να μαζέψεις τα ρούχα» ή
«Καρεκλοπόδαρα θα ρίξει πάλι»
«Αχ δεν με ακούτε κι εμένα το γέρο που τα ξέρω αυτά, αλλά μετά θα βρέχει και θα γελάω».
Φυσικά, για να βοηθήσει κανένα συνάνθρωπο ή γείτονα ούτε λόγος. (Γενικά όλοι αυτοί οι ενάρετοι τύποι της παλαιάς διαθήκης, πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι κοινωνικά: πάντοτε έσωζαν την οικογένειά τους και κανέναν άλλο).

Έτσι όλο γέλιο και χαρά σάλπαρε το καράβι. Για επτά ημέρες αρμένιζαν χαρούμενοι τραγουδώντας:
«Μες σ’αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή»
«Ήταν ένα μικρό καράβι»
«Καραβάκι μου ξεκίνα πάμε πάλι στην Αθήνα»
Και άλλα χαρωπά! Ο Ιάφεθ που ήταν λίγο ξυνός (εδώ ήθελα να βάλω κανένα Link αλλά αποφάσισα πως ΟΧΙ!) είχε χώσει στα αυτιά του τα ακουστικά του ipod κι άκουγε Στανίση.
Και μετά άνοιξαν οι ουρανοί!
Παραθέτουμε αυτούσιες πληροφορίες από πηγές της εποχής:
Και ύστερα από επτά ημέρες, τα νερά τού κατακλυσμού έπεσαν επάνω στη γη.
Και έγινε ραγδαία βροχή επάνω στη γη για 40 ημέρες και 40 νύχτες. (Πετρούλα να δω τι θα έλεγες!)
Και ο κατακλυσμός έγινε για 40 ημέρες επάνω στη γη και τα νερά πλήθυναν, και σήκωσαν την κιβωτό, και σηκώθηκε ψηλά από τη γη.
[…]
15 πήχες πιο ψηλά υψώθηκαν τα νερά, και σκεπάστηκαν τα βουνά. (Πόσο είναι ο πήχυς -νεοελ. Πήχης)? Είναι ψηλά τώρα αυτό?
Και πέθανε κάθε κινούμενη σάρκα επάνω στη γη, από τα πουλιά, και από τα κτήνη, και από τα ζώα, και από όλα τα ερπετά που σέρνονται επάνω στη γη, και κάθε άνθρωπος.
[…]
Και δυνάμωναν τα νερά επάνω στη γη για 150 ημέρες.
ΚΑΙ ο Θεός θυμήθηκε (????? Δείτε σχόλιο με το που τελειώνει η φράση) τον Νώε, και όλα τα ζώα, και όλα τα κτήνη, που ήσαν μαζί του μέσα στην κιβωτό και ο Θεός έστειλε άνεμο επάνω στη γη, και στάθηκαν τα νερά.
Πιο συγκεκριμένα ρώτησε: Μπορείτε να μου πείτε ποιες βρύσες τρέχουν τόσες μέρες? Μου έχουν πάρει τα αυτιά!
Αμάν! Πετάχτηκε ο άγγελος Κατακλυσμεφείμ. «Ξέχασα τον Κατακλυσμό!»
ΤΟΝ ΞΕΧΑΣΕΣ???? Και τρέχουν τα νέρα τόσες ημέρες? έγινε έξαλλος ο Μεγάλος. Όταν έρθει η ΕΥΔΑΠ θα την πληρώσεις ΕΣΥ!
Ο Κατακλυσμεφείμ δεν χρειάστηκε να ακούσει τίποτε άλλο. Μάζεψε τα μπογαλάκια του και πήγε να βρει τον Υπεχωδεφείμ. (τουλάχιστον είχαν παρέα ο ένας τον άλλο).

Έτσι λοιπόν σταμάτησε να τρέχει το νερό κι έληξε ο Κατακλυσμός. Τώρα βέβαια, επειδή το σύστημα αποχέτευσης ήταν άριστο, έπρεπε να περιμένουν κάτι μέρες να κατέβουν τα νερά. Μέσα στην Κιβωτό είχαν γίνει πλέον μαλλί με μαλλί διότι ε! άντε να πας μια εβδομάδα διακοπές με τα πεθερικά. Άντε να γίνουν και δέκα μέρες. Φαντάζεστε τώρα όλους αυτούς κλεισμένους στο κουτί για 190 ημέρες τουλάχιστον? Βάλε και τα ζώα, κόντεψαν να σφαχτούν και να μην κατέβει κανείς σώος από την Κιβωτό.
Εκεί λοιπόν που περίμεναν, λέει ο Νώε:
-«Παιδιά σήμερα θα στείλω ένα κοράκι να μας πει νεότερα».
-«Και γιατί να πάω εγώ?» αποκρίθηκε το κοράκι.
-«Αμ ποιος να πάει?» ρώτησε ο Σημ που αμέσως μπήκε στο παιχνίδι
-«Να πάει η χήνα» απάντησε το πτηνό.
-«Ρε σκατόπουλο δε φτάνει που σε περιμάζεψα, που τώρα θα μέτραγες 20 χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα, μου αντιμιλάς κιόλας?» τα πήρε κράνος ο Νώε.
-«Καλά θα πάω» συναίνεσε το κοράκι «αλλά τι είναι οι 20.0000 Λεύγες?»
-«Μυθιστόρημα του Ιουλίου Βέρν! Τσακίσου τώρα!» ούρλιαξε απηυδυσμένος ο Νώε.
Πήγε κι ήρθε το κοράκι και τους είπε ότι δεν υπήρχε κολυμπηθρόξυλο όρθιο. Τα δε νερά είχαν καλύψει τα πάντα, οπότε καλύτερα να κάτσουν εδώ μέσα, διότι άμα βγουν έξω θα βραχούν. «Ή άμα θέτε παίρνουμε το μικρό βαρκάκι που κρέμεται από πίσω από την Κιβωτό, για να πάμε καμιά βόλτα» συμπλήρωσε τινάζοντας τα φτερά του.
-«Άει σιχτίρ ! είσαι γκαντέμης!» σχολίασε ο Νώε. «Να πας να μαυρίσεις με τα νέα που μου είπες!» Και το κοράκι μαύρισε. (εδώ που τα λέμε δεν είναι και πολύ δίκαιο αυτό. Για να μην επαναληφθούν τέτοιες αδικίες στο μέλλον, καθιερώθηκε η φράση «Don’t shoot the messenger». Έτσι αποκαταστάθηκε η δικαιοσύνη κι η τάξη).

Μετά από μερικές ημέρες ο Νώε έστειλε ένα περιστέρι. Το περιστέρι βγήκε με τρόμο έξω, διότι σου λέει αν τα νερά δεν έχουν κατέβει με βλέπω και μένα Μαυρογυαλούρο!. Ευτυχώς όμως, είχαν αρχίσει να περνούν τα συνεργεία της πυροσβεστικής κι είχαν αντλήσει μεγάλο μέρος των νερών. Οπότε το περιστεράκι βρήκε ένα κλαδί από ελιά και το πήγε στο Νώε. Ο Νώε το πόσο το χάρηκε δε λέγεται!
Από τη χαρά του μάλιστα του είπε: Εσύ με τα νέα που μου έφερες θα είσαι από εδώ κι εμπρός το αιώνιο σύμβολο της ειρήνης!
«Τώρα αυτό καλό είναι?» αναρωτήθηκε το περίστέρι. «Αφού δεν έχουμε ποτέ ειρήνη! Ούτε ζωγραφιστό δεν θα με βλέπουν!»
«Α! μα με έχετε πρήξει! Μήπως θέλεις να γίνει γεμιστό στο φούρνο, για να ηρεμήσεις?» άρχισε να τρέμει ο γεράκος.
«Βλέπω λίγο οξυμμένα τα πνεύματα» τους διέκοψε ο Χαμ «και δεν με βοηθάτε διότι προσπαθώ να παρκάρω την Κιβωτό στο Αραράτ».
«Πού?» ούρλιαξε ξανά ο Νώε
«Εεεεπ, ίσωσε, ίσωσε, έεεετσι, κόψε λίγο τον κώλο, φέρτο τώρα λίγο δεξιά, εντάξει καλός είσαι» ακούστηκε ο Ιάφεθ που έδινε οδηγίες παρκαρίσματος στον Χαμ.
Ένα μεγάλο ζμπουμ! ακούστηκε και η Κιβωτός προσάραξε στην κορυφή του βουνού.
«Βρε κόπανοι γιατί παρκάρατε το καράβι πάνω στο βουνό?» κόντεψε να πάθει αποπληξία ο Νώε.
«Μα επειδή βρήκαμε στεριά» απάντησε χαρούμενος ο Χαμ.
«Ωραία! Να δω τώρα πως θα κατεβάσουμε τα ζώα από εδώ μέσα!» τράβαγε τα μαλλιά του ο γενάρχης (ούτε ξέρω τι ήταν γενάρχης, πατριάρχης, αρχιμανδρίτης αλλά τέλος πάντων, τόσα πράγματα σας έχω πει).
«Μα δεν υπάρχει πρόβλημα!» απάντησε το σαϊνι ο Χαμ.
«Πάρε το 11880 για να μας στείλουν ένα γερανό!».



*πιο συγκεκριμένα η προκήρυξη έλεγε για 7 ζώα από τα καθαρά και δύο από τα ακάθαρτα. Αλλά αυτά είναι τα ψιλά γράμματα που αγνοήθηκαν και για αυτό ο Υπεχωδεφείμ τρέχει ακόμη να πληρώσει τα σπασμένα.

Η εικόνα η οποία πρέπει να γίνει σήμα κατατεθέν της σειράς, είναι από τη διαφημιστική καταχώρηση για τα Βραβεία ΕΒΓΕ.