27/5/2009

Τι σου κάνει μια κουπίτσα γάλα





Κοίτα να δεις τώρα πρόβλημα που έχω: Άμα έχεις καιρό να τα πεις με τον άλλο, δε μπορείς να αρχίσεις να τον πήζεις, ούτε με σοβαρές ειδήσεις ούτε με φιλολογικές αναζητήσεις.
Εντωμεταξύ, από την άλλη, δεν έχετε παράπονο: αν είναι για βλακείες γράφω με οίστρο!
Αλλά, μου τελείωσαν οι βλακείες (αυτό σημαίνει ότι πλέον είμαι έξυπνη).

Τεσπα, που λέμε κι εμείς εδώ στα Blogs, ας πιάσω την κουβέντα από κάτι που διάβαζα εχθές. (φυσικά και διαβάζω: Φαντάζιο, Θησαυρό, Πάνθεον, Ντόμινο –ρε που τα ξέθαψα όλα αυτά;- α! και Μανίνα!). Διάβαζα, λοιπόν λέγω, ένα κείμενο της Λένας Διβάνη στο οποίο απαριθμούσε τα βιβλία που της έκαναν εντύπωση (ήταν κάτι σαν σταθμοί –όχι τρένου, collectivo) από την εφηβική της ηλικία και μετά.

Τι αποκόμισα από το κείμενο: η συγγραφέας ανέφερε ένα βιβλίο, το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν», το οποίο κι εμένα μου άρεσε πολύ, (όπερ θα γίνω κι εγώ, διάσημη κι έξυπνη σαν τη Διβάνη, αλλά στα ενενήντα μου, διότι είμαι μικρή ακόμη). Βέβαια στο συγκεκριμένο βιβλίο, αυτό που της είχε κάνει εντύπωση ήταν ότι η Φράνση (η ηρωίδα) που ζούσε με τη φτωχή της οικογένεια στο Μπρούκλιν, έχυνε ορισμένες φορές το γάλα της στο νεροχύτη για να νιώθει ότι έχει την πολυτέλεια να το κάνει. (!!!)

Εμένα από την άλλη πλευρά, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση στο ίδιο βιβλίο, ήταν ότι έριχνε στο γάλα της γλυκές παστίλιες, οι οποίες έλιωναν αργά μέσα στο φλυτζάνι. («Μάααααλιστα», ανακράζεις πτωχέ μου αναγνώστη).

Πείτε μου τώρα, τι συμπέρασμα βγάζετε ; Η Διβάνη ξεχώρισε μια πράξη που σηκώνει και γ@μώ τις κοινωνιολογικές αναλύσεις, κι εγώ μια ιδέα που μπορεί να καταγραφεί μόνο στο Γαστρονόμο. Για αυτό κι έχουμε η κάθε μια αυτή την πορεία.

Αυτό που λέτε αγαπητά μου παιδιά είναι πιστεύω και το ζουμί της ιστορίας (η μαγειρική εμφανής σε κάθε μου πρόταση). Ο καθένας μας διαβάζει από τα βιβλία, αυτό που θέλει να διαβάσει. Κι έτσι άλλες γίνονται Διβάνη, ενώ άλλες τρώνε στο ντιβάνι.

ΥΓ. Λέω να το συνεχίσω αυτό το θέμα και σε επόμενο επεισόδιο, διότι δεν το έχω εξαντλήσει. Επειδή όμως θα εξαντληθείτε εσείς από τις αναζητήσεις μου, είπα να μη σας κουράσω για πρώτο Post μετά από τόσο καιρό.


Η εικόνα από τη διεύθυνση: www.bittenandbound.com/.../superman-got-milk-ad/

29/4/2009

Love at the first bite




Λοιπόν εμένα που με βλέπετε, είχα πάει ΠΣΚ στην Καλαμάτα με τις δύο κολλητές μου. Την elf και μια εξωBlogική. Είχαμε πάει για δουλειές, οπότε όπως καταλαβαίνετε, ξενυχτήσαμε με σύνεση και εγκράτεια.

Μέσα σε όλες τις σοβαρές δουλειές που είχαμε, ήταν και το να πάρουμε σύγλινο από ένα συγκεκριμένο μαγαζί στην παλιά αγορά της Καλαμάτας. (είμαστε και γκουρμέ τύποι, οπότε δεν κάνουμε τα ψώνια μας από όπου να ‘ναι). Το σύγλινο, για όσους δυστυχείς δεν έχουν δοκιμάσει ακόμη, είναι καπνιστό χοιρινό το οποίο διατηρείται σε λίπος και λάδι. (Παχυντικό; Δε νομίζω! Απλά δεν καταλαβαίνω γιατί τώρα τελευταία βρίσκω βολικές μόνο τις κελεμπίες του Ντέμη Ρούσου).

Αφού λοιπόν καταφέραμε να φτάσουμε στο μαγαζί (τα κορίτσια μου είπαν ότι πρέπει να έχω καταπιεί GPS –καρφί τις πήγα!), αφήσαμε την εξωblog στο αμάξι, διότι είχα παρκάρει πάνω στην πλατεία και κουνιστές και λυγιστές πήγαμε με την elf στο μαγαζί.

Με το που μπήκαμε, ήταν σαν να βλέπαμε το προαύλιο του Παραδείσου! Τεράστιες πήλινες λεκάνες με όλα τα καλά του καλοφαγά: παστό, λουκάνικα, ελιές, τυριά και άλλα που δεν χωρούσαν στο μυαλό μου. Πίσω από τις πήλινες λεκάνες και μπροστά από ένα ψυγείο –θησαυρό καθόταν ένα κοντόχοντρος νεαρούλης με καραφλίτσα. Εντάξει, ελπίζω να πιάσατε το υπονοούμενο ότι τέλος πάντων δεν ήταν στην ίδια κατηγορία με Μάθιου ΜακΚόναχι και Κλάιβ Όουεν.
Ο νεαρούλης μας χαμογέλασε και είπε απλώς:
«Καλησπέρα σας, περάστε να σας κεράσουμε ένα μεζέ».
Και παίρνει ένα κομμάτι παστό και μας κόβει 4-5 κομματάκια.
Έχετε δει γυναίκες μέσα στο Λαλαούνη την ώρα που αραδιάζουν μπροστά τους διαμαντένια δαχτυλίδια και σκουλαρίκια; Πολλαπλασιάστε επί δέκα για να καταλάβετε το βλέμμα που ρίξαμε πάνω στα κομματάκια του παστού.
Κοκκινίσαμε, χάσαμε τα λόγια μας κι αρχίσαμε να ψελλίζουμε κάτι του τύπου:
«Ευχαριστούμε πολύ γκμφμ, αχ! Φανταστικό! Μα δεν έπρεπε!». Μετρήσαμε με ακρίβεια χειρουργού ποια ήταν τα μεγαλύτερα κομμάτια και πέσαμε πάνω τους αλύπητα.
Την ώρα που μασάγαμε τη μπουκίτσα μας πρέπει να είχαμε περάσει πλέον στο μεγάλο «χάσιμο».
Ο νεαρούλης βλέποντας τέτοια ανταπόκριση, είπε τη φράση που μας αποτελείωσε:
«Ε! αφού σας αρέσει ΤΟΣΟ, να σας δώσω να δοκιμάσετε και λίγο λουκάνικο».
Περιττό να σας πω ότι:
-Ο Κλάιβ και ο Μάθιου είναι μπάμιες.
-Ο νεαρούλης είναι θεός.
-Η συγκίνηση που νιώσαμε ξεπερνούσε αυτή που ένιωσε η Αντζελίνα με την προσφορά μονόπετρου από τον γονυπετή Brad Pit. (το ξέρω ήμουν μπροστά).

Εννοείται ότι το μαγαζί ξεπούλησε διότι και τη γιαγιά του να είχε παστή θα την είχαμε αγοράσει.
Μάλιστα το βράδυ τον συναντήσαμε και στη μπαρότσαρκα που είχαμε πάει και νιώσαμε την ίδια συγκίνηση και χαρά με αυτή που έχεις όταν συναντάς απρόσμενα το μεγάλο σου έρωτα. Τώρα, επειδή με την Elf πάνω από όλα είμαστε φίλες, (ξέρει ο Apos) μελετάμε ποια από τις δύο θα παντρευτεί το νεαρό για να αποκτήσουμε άμεση πρόσβαση στο «πράγμα».
Ελπίζουμε μόνο να δεχτεί.




Φωτό από: http://cache.daylife.com/imageserve/0daVfwLbsH6dw/610x.jpg

8/4/2009

Άκουσον!




Παιδιά μην τρομάζετε με τον τίτλο: δεν έχει σχέση με την Παλαιά Διαθήκη. Θα μου πείτε βέβαια τώρα, ότι κι αυτά που έγραφα τόσο καιρό, επίσης δεν είχαν σχέση με την Παλαιά Διαθήκη.

Λοιπόν στο θέμα μας.
Η άνοιξη έχει βάλει το ποδαράκι της για τα καλά και εμένα μου έχει βγει η πίστη στη δουλειά. Επειδή λοιπόν δεν προλαβαίνω να σκεφτώ, σας αφήνω παρακαταθήκη δύο ατάκες (άσχετες μεταξύ τους) οι οποίες μ'άρεσαν πολύ.

1. Θα γίνει της Ελλάδας! Έτσι φώναζαν οι εξαγριωμένοι διαδηλωτές των τελευταίων εβδομάδων στο Παρίσι. (Το αναφέρει όμως και ο naftilos αλλά για να εκφράσει τους φόβους των αστυνομικών στη Μεγάλη Βρετανία -όχι το ξενοδοχείο, τη χώρα της Λίτσας).

Είναι να μη γεμίζεις με περηφάνεια? άντε πάλι στις εξεγέρσεις δείχνουμε το δρόμο! (και δεν το λέω καθόλου αστεία!!).

2. Έμαθα τι είναι η "γκόμενα γαρίδα". Το καταθέτω κι αυτό: Είναι η γκόμενα με πολύ ωραίο σώμα και χάλια πρόσωπο. Οπότε είναι σαν τη γαρίδα: πετάς το κεφάλι και κρατάς το σώμα!

ε?

(αυτό ήταν seafood for thought)

To στριπάκι με τη Mafalda είναι απλά επειδή έτσι μου αρέσει. (από το www.mafalda.net)
Εδώ τελείωσε το Post "ότι του φανεί του Λωλοστεφανή".

4/3/2009

Fuck-ές



Ο Ησαύ ήταν από αυτά τα παιδιά που θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις άνετα ως φτυσμένα.
Ήταν δίδυμος αδερφός του Ιακώβ κι ήταν ο πρωτότοκος. Η μαμά του όμως, η Ρεβέκκα, για κάποιο λόγο ήταν φανατική του Ιακώβ και τον μεγάλο δεν ήθελε ούτε να τον φτύσει. (βλέπετε? Ούτε καν φτυσμένο!)
Για να καταλάβετε, με το που είδε τον Ησαύ, του έδωσε αυτό το όνομα, διότι ήταν λέει τριχωτός (αυτό σημαίνει Ησαύ –για αυτό και σήμερα λέμε: ωραία κοπέλα, αλλά κάτι πρέπει να κάνει με την τρίχα στα πόδια της (ν)ισάφ!). Επίσης, επειδή κι ο μπαμπάς του δεν του είχε ιδιαίτερη αδυναμία, όταν του έφαγαν τα πρωτοτόκια (βλ. παρακάτω) τον μετονόμασε σε Εδώμ (όχι Εδώ μ..άνα μου) που σημαίνει κόκκινος, επειδή ο Ησαύ είχε γίνει μπαρούτι. (Σημ. όλοι στην οικογένεια ήταν ΛΑ.ΟΣ οπότε μπορείτε να φανταστείτε τον Εδώμ πως κυκλοφορούσε στις οικογενειακές γιορτές!).

Τέλος πάντων, η αλήθεια είναι ότι οι γονείς Ισάακ και Ρεβέκκα δεν είχαν γενικά μεγάλη έμπνευση στα ονόματα αφού τον δεύτερο, που τον έβγαλαν Ιακώβ σημαίνει αυτός που ακολουθεί κατά πόδας. Δηλαδή, εξηγήστε μου τώρα γιατί τόσα χρόνια κοροϊδεύουμε τους Ινδιάνους, όταν και στη Μεσοποταμία τα ίδια χάλια έκαναν.
Ο Ησαύ ήταν λέει πολύ καλός κυνηγός και γενικά άνθρωπος της φύσης. Ο Ιακώβ από την άλλη, το έπαιζε φιλάσθενος και καθόταν καθημερινά μαζί με τη Ρεβέκκα για να μην βγει έξω και κρυώσει. Έβγαινε ο μεγάλος αδερφός αξημέρωτα για κυνήγι και ο άλλος ήταν αγκαλιά με τις φρεσκοστυμμένες πορτοκαλάδες και τα τσάγια.

Μια μέρα, ο Ησαύ, αφού είχε κυνηγήσει από ελάφια μέχρι γκόμενες, ένιωσε μια λιγούρα.
Μια και δυο λοιπόν, πάει σπίτι να φαρμακώσει μια μπουκιά φαί.
Ο Ιακώβ με ένα κασκόλ στο λαιμό και μια παστίλια στο στόμα ανακάτευε κάτι μέσα στην κατσαρόλα. Ο Ησαύ τον πλησιάζει από πίσω και τον ρωτάει?
«Τι θα φάμε μυγόχεσμα?»
«Εσύ τίποτα! Γιατί με βρίζεις? –Μαμάαααα πες του!» τσαντίστηκε ο Ιακώβ. «Εγώ θα φάω φακές γιατί είναι δυναμωτικές. Έχουν πολύ σίδηρο και θα γίνω πιο δυνατός από εσένα και θα σε νικήσω!»
«Ναι καλά! Αν ήταν έτσι αγόρι μου, ο Ποπάυ θα έτρωγε φακές, αντί για σπανάκι» ειρωνεύτηκε ο Κοκκινοτρίχης (άρχισα να επηρεάζομαι από την ονοματολογία της εποχής).
«Το σπανάκι έχει τοξικά. Οι φακές είναι καλύτερες» επέμεινε με σθένος, ο ασθενικός Ιακώβ.
«Λες ε?» κόλλησε ο Ησαύ. Καλά τότε βάλε μου ένα πιάτο φακές.
Και στρογγυλοκάθησε στο τραπέζι. «Α! και πουσαι? (αυτό είναι ρήμα, έτσι, όλο μαζί). Πιάσε και καμιά ελίτσα, φέτα, ψωμί και λίγο Κουρτάκη».
Ο άλλος, επειδή ήξερε τι λιγούρης ήταν ο αδερφός του, είχε καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο για να του πάρει τα πρωτοτόκια.
Για να καταλάβετε τα πρωτοτόκια ήταν σπουδαίο πράγμα εκείνη την εποχή. Ο πρωτότοκος έπαιρνε κτήματα, σπίτια, περιουσία κι ο δεύτερος έπαιρνε την ευχή του πατέρα του και τη θέση του επιστάτη στα κτήματα του πρώτου. (μην μεταφράσω δηλαδή τι έπαιρνε διότι είναι σαφές).
«Θαααα περιμένεις όμως λίγο, διότι δεν έχουν βγει πολύ βραστερές οι φακές κι αργούν» πέταξε τάχα αδιάφορα ο Ιακώβ.
«Ε άντε να περιμένω» μονολόγησε ο πεινασμένος αδερφός. «πόσο να περιμένω άλλωστε?»
Εμ έλα που περίμενε, περίμενε κι έφαγε εντωμεταξύ ένα καρβέλι ψωμί κι ένα ολόκληρο καλαθάκι φέτα Κεφαλληνίας. Κοπάνησε και τρία μισόλιτρα Κουρτάκη, κι είχε αρχίσει να ζαλίζεται.
«Τι θα γίνει ρε Ιακώβ με αυτές τις φακές? Κόκαλα έχουν?» ρωτάει ξελιγωμένος τον αδερφό του.
«Τώρα! Τώρα! Μη βιάζεσαι! Έριξα και τον πελτέ και πρέπει να πάρει μια βράση ακόμη» κωλυσιεργούσε τεχνηέντως το φίδι το κολοβό.
Του Ησαύ είχε αρχίσει να του γυρνά το μάτι από την πείνα.
«Έλα ρε παιδάκι μου. Τόσες ώρες οι φακές θα έχουν γίνει πουρές. Έλα σε παρακαλώ δώσε μου ένα πιατάκι».
«Περίμενε σου λέω!» εκεί πείσμα ο άλλος.
«Έλα σε παρακαλώωωωω. Ένα πιατάκι! Και να! Εγώ θα σου δώσω το λαγό που σκότωσα σήμερα» άρχισε τις εμπορικές διαπραγματεύσεις ο Ησαύ.
«Δεν θέλω το λαγό!» αντιγύρισε ο Ιακώβ.
«Καλά! Άντε θα σου δώσω το ελάφι!» αντιπρότεινε το χάπατο. (Ο κοκκινοτρίχης ντε!).
«Ούτε το ελάφι θέλω!» κολλημένος ο Ιακώβ.
«Καλά θες να σου δώσω τη Λίτσα?» πέταξε την τελευταία του προσπάθεια ο Ησαύ.
«Ποια αυτή την κοντή με τα μεγάλα δόντια?» ξίνισε τώρα ο Ιακώβ.
«Ε μα τι θες πια? Με έπρηξες!» φώναξε ο Ησαύ.
«Παιδιάαααααα μη μαλώνετε! Ησαύ εσύ είσαι ο μεγάλος, πως συμπεριφέρεσαι έτσι στο μικρό σου αδελφό?» ακούστηκε η στοργική μάνα από μέσα, η οποία παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα την όλη συναλλαγή.
«Μα βρε μαμά δεν μου δίνει φακές και στο κάτω, κάτω, αμάν πια με αυτό το ο Μεγάλος κι ο Μεγάλος! Δύο λεπτά τον περνάω! Όλα τα φορτώνομαι εγώ, επειδή είμαι ο μεγάλος!» άρχισε να κλαψουρίζει το κακόμοιρο το παιδί.
«Ε δώσε μου τότε τα πρωτοτόκια να μη σου ξαναπούν ότι είσαι ο μεγάλος!» απάντησε θριαμβευτικά ο Ιακώβ.
«Κι άμα στα δώσω θα σταματήσετε να με στέλνετε για εφημερίδα και γάλα, επειδή είμαι ο πιο μεγάλος?» ρούφηξε τη μύτη του ο Ησαύ που είχε συγκινηθεί από την αδικία που βίωνε τόσα χρόνια.
«Βρε το συζητάς? Όλα εγώ θα τα κάνω!» είπε ο Ιακώβ που ξαφνικά του πέρασαν όλες οι ιώσεις και πήρε τα πάνω του.
«Θα μου δώσεις και φακές?» συνέχισε το λακριντί ο κοιλιόδουλος.
«Άμα δε δώσω σε σένα φακές σε ποιον θα δώσω βρε?» απάντησε ο κατάπτυστος δευτερότοκος.
Κι έτσι αγαπητές κυρίες και κύριοι πάαανε τα πρωτοτόκια.
Για να καταλάβετε όμως, η μηχανορραφία δευτερότοκου και μάνας δεν τελείωσε εκεί! Όοοοχι. Διότι έπρεπε να πάρει και την ευχή του πατέρα. Ο δε πατέρας επειδή από τον καταρράκτη είχε αγγίξει τα όρια της τύφλωσης, δεν ήξερε ποιος είναι ποιος. Για να πάρει λοιπόν τη σχετική ευχή, ο Ιακώβ πήρε μια μάλλινη κόκκινη χνουδωτή ζακέτα, την πέταξε πάνω του ανέμελα και πήγε στον πατέρα του που εκείνη την ώρα άκουγε τον αγώνα Ρεάλ-Μπαρτσελόνα.
«Μπαμπάαα» είπε και τον έπιασε από το χέρι.
«Φύγε από δώ, ακούω τον αγώνα» τον έδιωξε ο Ισαάκ.
«Μπαμπάααα σου μιλάω!» αγρίεψε ο Ιακώβ.
«Τι θες ρε σκασμένο?» τσαντίστηκε ο άλλος.
«Θέλω να μου δώσεις την ευχή σου!» απήντησε ο καλός γιος.
«Ε πάρτην!» είπε ο Ισαάκ και χωρίς να γυρίσει καν το κεφάλι του, του ‘ριξε ένα φάσκελο.
«Φχαριστώωωω» είπε ο μικρός απατεώνας κι έφυγε χοροπηδώντας. Φτάνοντας στην κουζίνα βλέπει τον Ησαύ που μόλις είχε αποσώσει το πιάτο με τις φακές.
«Τι κάνεις εκεί με τη ζακέτα Ιούλιο μήνα?» τον ρωτά ο μεγάλος που είχε γίνει τούμπανο.
«Μόλις πήρα την ευχή του μπαμπά! Άντε τελείωνε με το φαί διότι έχουμε και δουλειές!» του απαντά η νυφίτσα.
«Τι? Πως? Μα πως έγινε αυτό?» ρωτά ο άλλος.
«Εμ, όταν αγόρι μου εσύ έτρωγες φακές, εγώ έπαιρνα τα rights για τα κτήματα. Άντε, άντε σήκω τώρα γιατί αρκετά κάθησες. Δεν θα σε έχω εδώ μέσα να τρως και να πίνεις! Δουλειά! Δουλειά!.
Ο Ησαύ ένιωσε αρχικά έναν ίλιγγο, μετά μια σκοτοδίνη και μετά σηκώθηκε, βγήκε από την πόρτα και πήγε στα χωράφια …όχι για πέσιμο, από το άλλο που πάει η γριά.